Welcome

Συστασεις

Socializing

Alter Ego

Αναγνωστες

Google+ Followers

Pin Board

Αγαπω να διαβαζω

16 Μαρτίου 2016

Ζωή μισή


«Εάν δεν το λύσεις εσύ, μπορώ να το λύσω μια και καλή εγώ!», είπε σε τόνο ακόμη εντονότερο από εκείνον της −μέχρι ετούτη τη στιγμή− κουβέντας τους. Τι κουβέντα, δηλαδή... Περί μονολόγου επρόκειτο, εκτός αν κάποια σποραδικά «α, καλά...», «ό,τι πεις» ή, «το κούρασες!», μπορούν να θεωρηθούν λόγος ή και αντίλογος.

Σε απάντηση, άκουσε την πόρτα να κλείνει −σχεδόν ταυτόχρονα με ένα «... σιχτίρ!»− ή μήπως ήταν η ιδέα της; Όχι για την πόρτα −αυτή, σίγουρα είχε κλείσει.

Δυο λεπτά μετά (ίσα να κατέβει με το ασσανσέρ, να πάει στο γκαράζ και να βάλει μπρος) ήρθε σαν επιβεβαίωση ένα φρενιασμένο μαρσάρισμα, νευρικό και θυμωμένο, σαν τη διάθεσή του.

«Ναι, μωρέ! Φύγε! Τρέχα! Τρέχα ξοπίσω της!», μονολόγησε η Ρένα και κλώτσησε ένα ανύπαρκτο χαλικάκι στο αψεγάδιαστο πάτωμα. Η συνήθεια τής είχε μείνει από τότε που ήταν πιτσιρίκα, μια μπουκιά παιδί κι έπαιζε στα λιθόστρωτα του χωριού ή στο χωματένιο δρόμο που τον πατούσαν ζωντανά και άνθρωποι για να πάνε στα χωράφια. Μεγαλώνοντας, κάθε φορά που κάποιος ή κάτι της έμπαινε στο ρουθούνι, ξεσπούσε πάντα σε ένα −ανύπαρκτο, πλέον− χαλίκι.

Δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσει να περάσει έτσι! Ήταν πολύ γελασμένος ο κύριος Αντρέας, αν νόμιζε ότι θα έλεγε εκείνος την τελευταία κουβέντα στην ιστορία.
Ποια ιστορία, δηλαδή;

2.

— «Ε; Ποια ιστορία; Μου φαίνεται, τα ‘χεις χάσει εντελώς, καημένη Ρένα!», έκανε με ύφος παντογνώστη η Μαίρη –κουμπάροι και «κολλητοί» του ζεύγους Ρένας − Αντρέα, η ίδια και ο άντρας της ο Στάθης.

— «Μαίρη, αυτή τη φορά δεν είναι της πλάκας, τα πράγματα. Ξέρω εγώ, καταλαβαίνω, είκοσι τρία χρόνια κοντά του είμαι, δεκαπέντε γυναίκα του. Λες να μην έχω μάθει πότε ο Αντρίκος απλά μυρίζει τη ρίγανη και πότε βόσκει; Τώρα, μου φαίνεται πως βρήκε και μαντρί...»

— «Αμάν, καημένη... Αυτές τις βουκολικές παρομοιώσεις να μην έκανες... Δεν δένουν και με τη γόβα από την Καλογήρου», της πέταξε μισοαστεία − μισοφαρμακερά, η Μαίρη. Η Μαίρη που, δεν της έλειπε τίποτα, αλλά που ο Στάθης «της» δεν είχε το άγγιγμα του Μίδα, σαν τον Αντρέα. «Είναι που δεν έχουν και παιδιά» της έλεγε εκείνος, σχεδόν απολογητικά, όποτε γινόταν κουβέντα του στυλ «ήθελα να ‘ξερα πόσα λεφτά πια έχει, ο πούστης! Αυτός δεν έχει πορτοφόλι, το Φορτ−Νοξ έχει!»

Μαζί σχεδόν τα είχαν αγοράσει τα διαμερίσματα (επάνω και κάτω) τα δυο ζευγάρια. Για να είναι κοντά, να μη στερούνται οι μεν την παρέα των δε −τόσο καλοί φίλοι ήταν, τόσο ωραία έδεναν μεταξύ τους. Είχαν περάσει κοντά δέκα χρόνια από τότε που τους χώριζε μόνο «μια πόρτα και μια σκάλα, κιχ να κάνετε, αμέσως θα ‘ρθουμε!» Μαζί, όλα σχεδόν −μια που η Μαίρη κι ο Στάθης είχαν και τους περιορισμούς από τα σχολεία των διδύμων τους, αλλά κάποιες φορές, και της τσέπης τους.

— «Ήθελα να ‘ξερα ποια είναι και πού τη γνώρισε! Η Εριέτα, που τη ρώτησα απ’ έξω απ’ έξω, μου είπε ότι δεν έχουν προσλάβει καμία καινούργια το τελευταίο εξάμηνο...», συνέχισε η Ρένα, σα να μην είχε ακούσει τη μπηχτή της φίλης της.

— «Η Εριέτα ξέρει ότι ο δικός σου θα της κόψει τον κώλο, έτσι και μάθει ότι σου τον ρουφιανεύει... κι απλώς, θέλει να τα έχει καλά μαζί σου. Ποτέ μου δεν πίστεψα ότι μπορεί να σου δώσει αξιόπιστες πληροφορίες...
»Εκτός... Αν τον τρυγάει κι αυτή τον Αντρίκο! Αυτό, το έχεις σκεφτεί ποτέ;»

Η Εριέτα... Δεκαοχτάχρονο κοριτσάκι, τη μια μέρα τέλειωσε το σχολείο και την άλλη, που λέει ο λόγος, την προσέλαβαν στην εταιρεία −τότε δεν ήταν ακόμη πολυεθνική, όμως «ο κύριος Αντρέας» είχε ήδη μεγάλη θέση. Δεκαοχτώ χρόνια μετά, εκείνος ήταν «παρά τω προέδρω» κι εκείνη, πάντα η ιδιαιτέρα του.

Όμως ποτέ δεν συνέβη κάτι μεταξύ τους, όχι γιατί δεν του άρεσε σαν γυναίκα, αλλά γιατί ουδέποτε, όσο κι αν πόθησε κάποια, δε θέλησε να εμπλακεί συναισθηματικά μαζί της, εφόσον βρίσκονταν στον ίδιο εργασιακό χώρο.

Μία φορά έκανε το «λάθος» και το... φόρεσε για όλη του τη ζωή! Γιατί και τη Ρένα, σ’ εκείνον την έστειλαν “πακέτο”!

3.

Είκοσι πέντε χρόνια νωρίτερα, ό,τι είχε αρχίσει να φτιάχνει όνομα και “μούρη” στην εταιρεία, όλο και κάποιος βρισκόταν να του ζητήσει «να τακτοποιήσουμε κι ένα καημένο που έχω... Ε, κυρ−Αντρέα;» κι εκείνος, ό,τι μπορούσε, έκανε. Έτσι το ‘χε κάνει και για τον κολλητό του, «είσαι σοβαρός; Εδώ έχουμε βολέψει κόσμο και κοσμάκη, λες να μην ξηγηθούμε στην ξαδέρφη σου;»

Η οποία ξαδέρφη κολλητού, ήταν πολύ μακρινή, αλλά εμφανίστηκε στη ζωή του Αντρέα την κατάλληλη στιγμή.

Στραβαδάκι στην αρχή, μέχρι τότε “τι ‘ναι η πατρίδα μας, μην είν’ οι κάμποι” στο χωριό, τα ‘παιρνε όμως τα γράμματα, πέρασε στο Πανεπιστήμιο −με την τρίτη− και βρέθηκε στην πρωτεύουσα, με μόνο δικό της άνθρωπο τον... ξάδερφο.

Φιλότιμος ο Αντρέας, με το που την έμπασε στην εταιρεία, τη ζήτησε για γραμματέα του, «μην πέσει σε κάνα αρπακτικό, το κοριτσάκι...». Κρατούσε βέβαια λιγάκι τονισμένα τα “λ” και τα “ν” της, όμως με τον καιρό βελτιώθηκε τόσο ώστε ελάχιστοι το καταλάβαιναν, πια. Τη βοηθούσε όσο μπορούσε και στα μαθήματα της σχολής, δεν ήθελε και πολύ το πράγμα...

Με το που κοιμήθηκαν μαζί, την επομένη η εταιρεία βούιζε σα μελίσσι! Καλά, στο κούτελο το ‘χανε γραμμένο; Στην πραγματικότητα, το... βουητό είχε αρχίσει νωρίτερα, μόνο που εκείνοι δεν το ‘χανε πάρει χαμπάρι.

«Αντρέα, εσύ θα πας μπροστά εδώ μέσα. Το σούσουρο, καλό δε θα σου κάνει...», είχε ξεκινήσει να του λέει η Ρένα, ένα πρωινό, δυο μήνες μετά. Εκείνη την ημέρα, επρόκειτο να του ανατεθεί ένα πολύ σημαντικό πρότζεκτ του οποίου η επιτυχής έκβαση, σήμαινε αυτόματα και προαγωγή −μια καρέκλα που τη ζήλευαν πολλοί και, βέβαια, μεγαλύτεροί του. «Θα μου τη φάει τη θέση ο τσόγλανος; Που, ούτε τριάντα δεν είναι;»

Τελικά, τη θέση τους την έφαγε ο... τσόγλανος, αλλά και η Ρένα άλλαξε πόστο και όροφο και τη θέση της, πήρε η Εριέτα.


Περνούσαν τα χρόνια, η Ρένα από κοντά του. O Αντρέας, σ' ό,τι του γυάλιζε! Mα πάλι στη Ρένα ξαναγυρνούσε, στη “σιγουράντζα”... ώσπου όταν όλοι του οι φίλοι παντρεύτηκαν κι άρχισαν να διαλύονται οι παρέες, τρομοκρατήθηκε! Μόνο εκείνος ήταν ακόμη μπάκουροςॱ μπάκουρος και μαγκούφης σ' όλη του τη ζωή θα 'μενε; Ναι, αλλά κόντευε και σαράντα, άντε να βρεις γυναίκα, να την ερωτευτείς, να την παντρευτείς... Μπα, δεν έλεγε το άθλημα!

— «Καλά ρε, πόσο μαλάκας είσαι;» του 'χε πει ο Στάθης, «δίπλα σου την έχεις τόσα χρόνια... και την ψάχνεις αλλού;»

Κι εννοούσε τη Ρένα! Mάλιστα! Πώς δεν το 'χε σκεφτεί; Ή το 'χε σκεφτεί και το 'χε προσπεράσει; Κι αν το 'χε προσπεράσει επειδή δεν την είχε ποτέ ερωτευτεί;


— «Άμα την αγαπάς, να την πάρεις...», του 'πε η κυραΦανή, η μάνα του, που πήγε να τη συμβουλευτεί. Γράμματα πολλά δεν είχε μάθει, δύσκολο για τα κορίτσια το σχολειό στα μικράτα της, όμως διάβαζε μόνη της, κρατούσε ημερολόγιο −και το πιο σημαντικό; Ήξερε να “διαβάζει” τις καρδιές των ανθρώπων... Γύρισε και του 'ριξε μια ματιά πάνω απ' τα γυαλιά της, χωρίς ν' αφήσει το πλεκτό τηςॱ εκείνος δεν την είδε.

 — «Είναι γερό σκαρί η Ρένα −και πάντα δίπλα μου. Ακόμα και που έκανα τις κουτσουκέλες μου, εκείνη με περίμενε. Άσε, ρε κυρα−Φανή... Είμαστε να ψάχνουμε, τώρα; Τουλάχιστον με τη Ρένα, νοιώθω ασφαλής.»

— «Αυτό φοβάσαι να μη χάσεις; Γιατί αν είναι μόνο γι' αυτό, θα χάσεις όλα τ' άλλα...», μουρμούρισε η μάνα του.



Κι έτσι, παντρεύτηκε τη Ρένα −με πολιτικό γάμο, για ν' αποφύγουνε το νταβαντούρι, για να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα η σεμνή τελετή.

Και συνεχίσανε τη ζωή τους, χωρίς πάνω−κάτω, χωρίς πρελούδια, χωρίς μουσικές, χωρίς χρώματα και ταξιδέματα των αισθήσεων, κι όταν κάτι γυάλιζε στον Αντρέα φρόντιζε να 'ναι διακριτικός, να μην προκαλεί... Και πάντα γύριζε στη Ρένα −στη “σιγουράντζα”.


Με τα χρόνια −που, δεν φέρανε παιδιά− η Ρένα έφυγε απ' την εταιρεία, άνοιξε δικό της γραφείο κι εκείνος συνέχισε ν' ανεβαίνει, ν' ανεβαίνει... 
Αβγαταίνανε τα λεφτά και δεν είχανε πια τι να τα κάνουνε. Σπίτια, αυτοκίνητα, σκάφος, ταξίδια −να γυρίσουνε τον κόσμο... Κι ανέβαινε ο Αντρέας, κι όλο περισσότερο δούλευε, κι όλο λιγότερο έβλεπε τη Ρένα, κι όλο πιο αργά γύριζε στο σπίτι (κι είχε έτσι  άλλοθι την κούρασή του, όταν προτιμούσε τον καναπέ απ' το κρεβάτι τους).

4.

Η Έλλη ήταν μυστήριο τρένο. Απ’ αυτά που δεν τα περιμένεις σε κανένα σταθμό, σου φανερώνονται από το πουθενά και σε ταξιδεύουν παντού... Τη γνώρισε κατά τύχη, φίλη εξωτερικού συνεργάτη της εταιρείας.

Θα ‘λεγε κανείς πως κουβάλαγε ένα τσουβάλι δώρα (της ψυχής δώρα, εκείνα τα σπάνια, τα δυσεύρετα, τα, για μερικούς, ανύπαρκτα) και δε δίσταζε ν’ ανοίξει το τσουβάλι σ’ οποιονδήποτε...

Ελάχιστες οι παρέες, οι φιλίες τηw, όμως σχεδόν ποτέ δεν παραπονιόταν για τη συμπεριφορά κανενός,  ακόμη κι όταν κάποιος την είχε βλάψει, υλικά ή ηθικά. 
«Δεν πειράζει, Αντρέα μου... Δεν καταλαβαίνουν όλοι οι άνθρωποι τα ίδια πράγματα, δεν μπορούμε να έχουμε τις ίδιες απαιτήσεις απ’ όλους, δεν ξέρω καν αν πρέπει να ‘χουμε απαιτήσεις. Η συνύπαρξη δεν απαιτείॱ όπως το νοιώθει καθένας...»

Ένοιωσε ότι την αγάπησε, χωρίς να προλάβει να την ερωτευτεί... κι αυτό, τον γλίτωνε. Μπορώ να την αγαπώ, χωρίς να ‘μαι μαζί της ερωτευμένος. Ο έρωτας είναι επικίνδυνο πράγμα, η αγάπη είναι άλλο.

Κατάλαβε ότι τελικά δεν είχε ξεφύγει απ’ την παγίδα, όταν κινδύνεψε να τη χάσει. Όταν έπεσε κεραυνός εν αιθρία ένα e-mail, όπου του εξηγούσε τα πάντα... χωρίς να του λέει τίποτα! Μόνο ότι δεν ήθελε να συνεχίσουν. Τις πρώτες ώρες, του ‘ρθε ταμπλάς κι όπως ήρθε του ‘φυγε. Χαζομαρίτσες και παιχνιδάκια μικρού παιδιού, σκεφτόταν.

Κάθε άλλο παρά μικρό παιδί ήταν η Έλλη, όμως την περνούσε δεκατέσσερα χρόνια και θεωρούσε πως είχε πολλά να της μάθει.

Μόνο που η Έλλη είχε φάει τη ζωή με το κουτάλι −και, για καλό της και κακό του, μόνο γλυκιά δεν ήταν η γεύση της κάθε κουταλιάς.

Του τα ‘χε πει όλα. Από τις πρώτες μέρες του άνοιξε την καρδιά της σα να τον ήξερε χρόνια, σα να τον περίμενε χρόνια για να του μιλήσει.

— «Κάποτε, ήμουν ένα μεγάλο καράβι... αλλά με κουμαντάρανε άλλοι: για να βγει η δουλειά καλύτερα, για να δείξουμε “μούρη” στους συνεργάτες, για να ανέβουν κι άλλο οι μπίζνες... επειδή συνέχιζα εκεί που οι άλλοι σταματούσαν...
»Όμως  ήθελα να 'μαι ένα μικρό καράβι, μια μικρή βαρκούλα, να αρμενίζω όπως θέλω εγώ, με ό,τι καιρό θέλω εγώ, να ορίζω τα ταξίδια μου όπως θέλω εγώ. Χαζό, ίσως, όταν η καθημερινότητα δεν πληρώνεται με τον αέρα και το κύμα!
»Γεγονός είναι ότι η μικρή βαρκούλα με πήγε πολύ πιο μακριά από το μεγάλο καράβι, κι ακόμα πάει.
»Να πω ότι με καταλαβαίνουν πολλοί; Μπα.
»Όμως, ακόμη κι αυτοί που δεν με καταλαβαίνουν, “καταλαβαίνουν”. Κι έτσι, αυτή την πόρτα (ή αυτό το τηλέφωνο) χτυπάνε όταν στραγγίξουν −ή όταν τους στραγγίξουν.»


Τώρα, ένα χρόνο μετά που τη βασάνιζε (ναι, ρε μαλάκα! Τη βασανίζεις!, μονολογούσε ουκ ολίγες φορές) οποτεδήποτε του ερχόταν στο μυαλό η ιστορία της, την απόδιωχνε −από θλίψη ή από ντροπή. Επειδή δεν της έδινε ό,τι της άξιζε, ό,τι της χρειαζόταν, ό,τι της έλειπε, ό,τι του έλειπε...

5.

Συνειδητοποίησε ότι είχε φτάσει έξω απ’ το σπίτι της, όμως δεν άνοιγε την πόρτα να βγει από τ’ αυτοκίνητο. 
Να της πει, τι; 
Να του πει, τι; Δεν ήθελε να συνεχίσουν πια, δεν ήταν παιχνίδι.

Μόνος του, παιδευόταν τόσα βράδια... Και τι θες, ρε μεγάλε; Είναι μόνη της, εσύ όχι. Όλες τις καλές μέρες τις περνάει μόνη της κι εσύ, αντί να φορτσάρεις, να την πάρεις ένα τηλέφωνο −έστω!− της πετάς σαν το χαρτί απ’ το σουβλάκι στον πεινασμένο, ότι θα πας διήμερη εκδρομή μετά της συζύγου και του σογιού αυτής! 
Την άλλη κιόλας στιγμή, είχε έτοιμη τη δικαιολογία του. Τα ‘ξερε! Τα ‘ξερε από την αρχή, δεν της έταξα, το αντίθετο μάλιστα! Μόνο που, όταν έφτανε σ’ αυτό το σημείο, αναρωτιόταν τι δεν είχε υπολογίσει σωστά και τώρα, αυτό που δεν είχε τάξει, αυτό που είχε αποποιηθεί, του σκούνταγε την πλάτη και του ‘βγαζε κοροϊδευτικά τη γλώσσα.


Μέρες υπέφερε έτσι, κι η Έλλη κοφτή και ολιγομίλητη. «Δεν αντέχω να μου μιλάς ξύλινα», της είχε πει δυο απογεύματα πριν, και το επόμενο λεπτό παράτησε σύξυλα συμβούλια και διαβούλια, «κάτι πολύ έκτακτο και επείγον, Εριέτα. Ακύρωσε τα πάντα ή, μάλλον, στείλε ό,τι γίνεται για μετά τις τέσσερις τ’ απόγευμα...»

Η Εριέτα, έγνεψε απλώς. Ήξερε πια πως τέτοιες ώρες δεν ήταν να του μιλάει κανείς. Πάντα ήταν δύσκολος, τώρα όμως κάτι σοβαρό συνέβαινεॱ θύμωνε με το παραμικρό, φερόταν απότομα, άγαρμπα, ενίοτε και απάνθρωπα στο προσωπικό.

Όταν  είχε πρωταρχίσει τα πολλά ψου-ψου με εκείνη τη μυστηριώδη Έλλη, έγινε άλλος άνθρωπος. Έλαμψε! Άλλαξε! Χαμογελούσε διαρκώς! Παρακολουθούσε τη συμπεριφορά του και με τον καιρό κατάλαβε πως αυτό που του συνέβαινε ήταν κάτι που ίσως ούτε ο ίδιος είχε τον τρόπο να το εξηγήσει... σε κανέναν, αν τον ρωτούσαν.

Τα διερευνητικά τηλεφωνήματα της Ρένας, της επιβεβαίωσαν τις υποψίες της. Ποτέ της δεν τη χώνεψε, στο λαιμό της καθόταν, ήταν μια γυναίκα στεγνή, στερημένη −όχι επειδή της έλειπε κάτι, αλλά γιατί ό,τι της έδιναν οι άνθρωποι, δεν είχε χώρο στην ψυχή της να το βάλει.

6.

Την είδε να 'ρχεται προς το μέρος του, στα χέρια της κρατούσε φαγητό μάλλον. Καλά, τόσην ώρα, πώς και δεν είχε προσέξει ότι τα φώτα στο σπίτι της ήταν σβηστά; Τον προσπέρασε, εντελώς ανυποψίαστη −είχε σκοτεινιάσει, δεν είχε προσέξει καν τ' αυτοκίνητό του− ξεκλείδωσε και μπήκε στην πολυκατοικία.

Κάμποση ώρα μετά, της  χτύπησε το κουδούνι. Του άνοιξε και του χαμογέλασε.
Το φαγητό, όπως το ‘χε φέρει –ανέγγιχτο, ακόμη μέσα στη σακούλα...
Τον πήρε απ’ το χέρι.

— «Αυτό σημαίνει  πως με δέχεσαι ξανά;»

— «Αυτό σημαίνει... αυτό που μου ‘χες πει στις αρχές: πως θέλεις να ξυπνάς και να νοιώθεις ένα χέρι απλωμένο στο στήθος σου... Κράτα το στο μυαλό σου και στην καρδιά σου.»

— «Αυτό σημαίνει πως με δέχεσαι ξανά;»

— «Αντρέα, έκανες τις επιλογές σουॱ έκανα κι εγώ τις δικές μου. Δε σου ζήτησα τίποτα, δε μου έταξες τίποτα. Ήσουν μάλιστα ξεκάθαρος από την αρχή: μου 'πες ότι σέβεσαι τη Ρένα κι ότι αγαπάς τους ανθρώπους σου με τον τρόπο που θέλεις. Πολύ πιθανό, να συμπεριλαμβάνομαι κι εγώ μέσα σ' αυτούς τους “ανθρώπους”... αλλά μπορεί και όχι.
»Προς τιμήν σου, μου είπες ότι δεν σε ενδιαφέρει να καλλιεργείς προσδοκίες δεξιά κι αριστερά, γιατί το “χέσ' τα όλα και φύγε” δεν τό 'κανες όταν, ίσως, έπρεπεॱ στα 30, στα 40... Άρα, σου είναι αδιανόητο να το κάνεις τώρα...
»Προς τιμήν σου, επίσης, μου είπες ότι είσαι της παλιάς σχολής, θεωρείς μαλάκες όσους παρατάνε τα πάντα, για έναν έρωτα... και πως, μια που η κατάσταση είχε αρχίσει να γίνεται ανεξέλεγκτη, καλό θα ήταν να την αφήσουμε όπως ήταν. Πώς; Όπως στην αρχή; Όχι, είπες... Έκτοτε, είχαν συμβεί πολλά και θα 'μασταν ανόητοι αν τα παραβλέπαμε.
»Εκείνο που δεν κατάλαβα, ήταν πώς θα το πετυχαίναμε αυτό: να 'μαστε μαζί, χωρίς να είμαστε. Να 'χεις στο ακέραιο ό,τι είχες πριν με γνωρίσεις, αλλά να με στριμώξεις κι εμένα σε μια γωνιά της ζωής σου, χωρίς όμως να πικραθούμε ούτε η Ρένα, ούτε εγώ...»

— «Δεν καταλαβαίνεις... Δεν μπορώ να καταστρέψω ό,τι έχτιζα τόσα χρόνια! Δεν μπορώ να 'μαι δακτυλοδεικτούμενος! Κάτι τέτοιο θα 'χει επιπτώσεις στη δουλειά μου! Θα τα χάσω όλα, Έλλη! Θα χάσω τους φίλους μου,  θα πικράνω τη μάνα μου, τ' αδέρφια μου, θα χρειαστεί ν' αλλάξω γειτονιά, σπίτι...»

Κατάλαβε πως μάλλον είπε κάτι που της φάνηκε πολύ ηλίθιο, γιατί την είδε να τον κοιτάζει με οίκτο. Περίεργο... Σ' εκείνον, όλα όσα είχε πει, και σωστά και στρωτά φαίνονταν!

— «Θα τα χάσεις όλα... Τι να χάσεις, βρε Αντρέα; Κάτι που δεν είχες ποτέ; Καρδούλα μου, ζωή αληθινή δεν είχες ποτέ...»

— «Στο 'χω ξαναπεί, ζεις σ' έναν κόσμο που δεν υπάρχει! Ξύπνα, και θα συνειδητοποιήσεις ότι τα πράγματα είναι όπως σου τα λέω, όπως σου τα έλεγα πάντα, κουράζομαι όταν βλέπω ότι οι κουβέντες μου πέφτουν στο κενό, ότι αρνείσαι να δεις την πραγματικότητα!»

Έμοιαζε να μην τον ακούει.

— «Αντρέα, το μόνο που με στενοχωρεί είναι που κάποια μέρα θα 'μαι τόσο γριά που δε θα μπορώ να σύρω τα πόδια μου μέχρι το παράθυρο, ν’ αντικρίσω τον ήλιο...
»Χαίρομαι που μπορώ να κλαίω και να γελάω, χαίρομαι που μπορώ να βουρκώνω στην ομορφιά ενός λουλουδιού,  χαίρομαι που μπορώ να ονειρεύομαι ξύπνια, μέσα από τα χρώματα του κόσμου, μέσα από εικόνες που δεν τις περπάτησα, μέσα από φεγγάρια που δεν μοιράστηκα.
»Χαίρομαι που οι δικοί μου οι θησαυροί δεν κινδυνεύουν από κλοπή ή πυρκαγιά −γιατί τους κουβαλάω μέσα μου ή γιατί κανείς δε θα σκεφτεί ποτέ να κλέψει ένα κοχυλάκι...»

— «Το ‘χεις ακόμα...;»

— «Απ’ όλα τα δώρα σου, αυτό μόνο έχω κρατήσει...»

— «Αυτό σημαίνει  πως με δέχεσαι ξανά;»

— «Αυτό σημαίνει Αντίο...»

— «Με εκβιάζεις!»

— «Σε διευκολύνω...»


Γύρισε και βρήκε τη Ρένα να τον περιμένει αγριεμένη, έτοιμη για καβγά. Την προσπέρασε κι ένοιωσε τα μάτια της, μέσα απ' τα αντιαισθητικά γυαλιά της, να του καρφώνουν την πλάτη.

Μπήκε στο μπάνιο κι άφησε το νερό να τρέξει ώρα πολλή πάνω του. Το “Αντίο” της Έλλης, δεν έλεγε να ξεκολλήσει απ' το δέρμα του, να πετάξει απ' το μυαλό του, να το ξεχάσει η σκέψη του που, όλο σ' αυτό κλωθογύριζε.

7.

Κάνα χρόνο μετά, καθώς άδειαζε τα συρτάρια του −η εταιρεία μεταφερόταν στα βόρεια προάστια− βρήκε, τυλιγμένο ακόμη, ένα βιβλίο που του 'χε κάνει δώρο εκείνη.
Μετά το “Αντίο”, για δυο-τρεις μήνες δεν την είχε αφήσει σε χλωρό κλαρί. Τηλεφωνήματα, μηνύματα, e-mail, ξαφνικές επισκέψεις −άδικα. Ούτε μια φορά δεν του 'χε ανοίξει.

Κοινούς φίλους δεν είχαν, παρά μόνο έναν −κι αυτόν επειδή δεν τον χώνευε η Ρένα κι άρα, δεν υπήρχε περίπτωση να συμμαχήσουν οι δυο τους. Απ' αυτόν μάθαινε πια, νέα της. Ο Θέμης, λοιπόν, του 'χε πει πως η Έλλη είχε προχωρήσει, συζούσε με κάποιον, “καλό παιδίॱ φαίνεται να την αγαπάει.”

— «Κανένας! Κανένας, Θέμη, δεν την αγαπάει όσο εγώ!»

— «Αν την αγαπάς όσο λες, θα 'σουν τώρα μαζί της... Έτσι κι αλλιώς, δεν είναι ζωή αυτή που έχετε με τη Ρένα...»

— «Τι λε, ρε, αποτυχημένε; Ξέρες πόσοι ζηλεύουν τη ζωή που κάνω με τη Ρένα; Έχουμε γυρίσει όλο τον κόσμο, έχουμε ό,τι θέλουμε, ό,τι μπορεί ν' αποκτηθεί με χρήμα!»

— «Δεν αντιλέγω. Αλλά, θυμάσαι τον καημό σου; Ένα τρυφερό χέρι στο στήθος σου, όταν ξυπνάς...»


Κοίταζε το αμπαλαρισμένο δώρο. Να το πάρει; Να το ανοίξει; Να το πετάξει στη σακούλα με το σκουπιδαριό που δε θα 'παιρνε στο καινούριο γραφείο;

Το ξετύλιξε προσεχτικά, ευβλαβικά, σχεδόν με φόβο −αλλά και σεβασμό.

Το άνοιξε στην τύχη −κι ήταν εκεί που έγραφε...

(...) Αλλά αν απ' το φόβο σου, γυρέψεις μόνο τη γαλήνη της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης,
Τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης.
Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο,
όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου
και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου. (...)”

— Khalil Gibran, “O Προφήτης”


Υστερογραφο − Credits
• H “Ζωή μισή” πρωτοδημοσιεύτηκε στις 16 Φεβρουαρίου 2013, στο blog μου:
Ιστορίες της Μέρας και της Νύχτας.
• Κάθε ομοιότητα με ονόματα, πρόσωπα και γεγονότα είναι εντελώς συμπτωματική.
• Φωτογραφία © Kamila Wyroslak Photography


Natasha N. ♥ living-and-love.blogspot.gr ♥ 16 Μαρτίου 2016, 3:42 π.μ.

14 σχόλια:

  1. Καλησπέρα !!! Βρέθηκα εδώ και διάβασα το γραπτό σου που πολύ μου άρεσε η στρωτή του γλώσσα και το μήνυμα που διαφαίνεται για τις αληθινές σχέσεις αγάπης των ανθρώπων !!!Και είναι πολλοί από μας που έζησαν η ζουν ΄΄Ζωή μισή ΄΄
    Παλιότερα είχα διαβάσει το βιβλίο ΄΄Μισή ζωή ΄΄ του Νάΐπολ νομίζω και το είχα αγαπήσει πολύ !!
    Καλή συνέχεια με ότι κάνεις και καλή Σαρακοστή!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κέντημα πραγματικό, η «Μισή Ζωή», ανάγνωσμα πολυεπίπεδο που άφησε "αέρα" για τους «Μαγικούς Σπόρους». Ιδιαίτερη περίπτωση ο (αμφιλεγόμενος) Νάιπολ!

      Η ιστορία μας, τώρα, καθένας έκανε το κουμάντο του βάσει των προτεραιοτήτων του (οι οποίες, δεν συμβάδιζαν, απαραιτήτως, με τις επιθυμίες και τα βαθύτερα "θέλω" του). Στο κλείσιμο του ταμείου, το σίγουρο είναι πως οι χαμένοι είναι περισσότεροι από τους κερδισμένους.

      Σ' ευχαριστώ πολύ, Νικόλ, για την επίσκεψη, το σχόλιο και τα καλά σου λόγια!

      Καλή Σαρακοστή και σ' εσένα και
      καλό Σαββατοκύριακο! ♥

      Διαγραφή
  2. ζωή μισή ,μα κάπου για να μην ψάχνουν την ολοκλήρωση κάτι θα τους αρέσει για να μένουν σε αυτη τη ζωή...
    το πιο ασχημο για εμένα είναι η επιλογή της Ρένας ,εφόσον ξέρει πως ο άντρας της διατηρεί άλλη σχέση!Εγω πάντως τον βάζω και μου ορκίζεται καθημερινά και μου επιβεβαιωνει πως δεν εχει εξωσυζυγικές σχέσεις ,οπότε κοιμάμαι ήρεμη χαχαχαχα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μάλλον καθένας αντιλαμβάνεται διαφορετικά την ολοκλήρωση. Ή την πληρότητα. Ο Αντρέας φοβήθηκε μη χάσει τα, έως τότε, κεκτημένα του −ε, και στο τέλος έχασε τ'αυγά και τα πασχάλια, μάλλον!

      [Τι άλλο θα του κάνεις αυτού του παιδιού, πες μου! Τι;!]

      Φιλιά! ♥

      Διαγραφή
  3. Διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικά θέλω, πρωταγωνιστές, παρατηρητές, συμβιβασμοί...
    Μου άρεσε πολύ και η ιστορία σου και η δομή της!
    (Θέλουμε κι άλλα, ναι?!)
    Καλό βραδάκι, κορίτσι μου! ΣΣΣΜΟΥΤΣ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ακριβώς έτσι! Μέσες-άκρες, αυτό έγραψα και στα παραπάνω σχόλια.
      (Άτιμο πράγμα ο συμβιβασμός, όμως.)

      Σ΄ευχαριστώ πολύ, Γιάννα μου!
      [Μάλλον θα έρθουν κι άλλα! ;)]

      Πολλά φιλιά, καλό Σαββατοκύριακο να έχετε! ♥

      Διαγραφή
  4. Πόσα μας οδηγούν στη μισή ζωή...
    Ζωή μισή και τα λόγια του αγαπημένου Γκιμπράν: υπέροχο!
    Καλή συνέχεια σε ό,τι κι αν κάνεις!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κάποιες φορές είναι αναπόφευκτο ή πολύ δύσκολο ν' απαγκιστρωθεί κανείς απ' ό,τι τον κρατά δέσμιο των καταστάσεων.

      Ο Γκιμπράν, από τους (πολύ) αγαπημένους!

      Σ' ευχαριστώ πολύ, Αλεξάνδρα μου!
      Καλό Σαββατοκύριακο να έχεις! ♥

      Διαγραφή
  5. Μισες ζωές που ποτέ δεν ολοκληρωνονται .. και που εχουν την κατάληξη της συμβιβατικοτητας...!! τι κρίμα !! ειναι οπμως επολογη του καθενος. οπως και του ηρωα σου Νατασα μου... ωραια γραφή... να περνας ομορφα γραφοντας αν αυτό είναι που σου αρεσει.. καλή Κυριακη να έχεις..!! φιλακιαααα!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μισές ζωές, μισοί άνθρωποι, Σμαραγδένια μου...

      Σ' ευχαριστώ πολύ!
      Καλή και όμορφη εβδομάδα να έχεις!
      Φιλάκια πολλά! ♥

      Διαγραφή
  6. Τη θυμάμαι καλά την ιστορία...πώς θα μπορούσα να την ξεχάσω?
    Αυτή η μισή ζωή δεν ξεχνιέται εύκολα!!
    Φιλιά πολλά και καλή εβδομάδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ΄ευχαριστώ πολύ, Μαρία μου!
      Και για τώρα και για τότε, φυσικά!

      Καλή εβδομάδα να έχεις!
      Φιλιά πολλά! ♥

      Διαγραφή
  7. Α ναι, τον θυμήθηκα τον Αντρέα τον λεβέντη, τον καραμπουζουκλή. Και τότε όπως και τώρα, με θύμωσε πολύ η στάση του και πιο πολύ ο συμβιβασμός της Ρένας. Βέβαια αναγνωρίζω πως είναι μια απόλυτα ρεαλιστική ιστορία, της διπλανής μας πόρτας ίσως. Κι όσο κι αν πονάει με τις αλήθειες της, είναι "βγαλμένη απ' τη ζωή", καλοδουλεμένη και γλαφυρή.
    Φιλιά πολλά Νατάσσα μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μαρία μου,
      Νομίζω αυτή ήταν η ιστορία που "πρωτογνωριστήκαμε"! Το πρώτο σου σχόλιο, τότε...
      Πράγματι, πολλές "διπλανές πόρτες" κρύβουν κάποιον Αντρέα, κάποια Ρένα και αρκετές ζωές μισές, λειψές και τελικά, κατεστραμμένες.

      Σ' ευχαριστώ πολύ!
      Καλή εβδομάδα να έχεις!
      Φιλιά πολλά κι από 'μένα! ♥

      Διαγραφή

To 'μαθες;

Secret Spring Circles #2
από την
Woman in Blogs
Θέμα: Welcome!

Αναζητηση

Ισως θα ηθελες να διαβασεις

A book, a choice #1 : O Τόπος των Πιστών

Αν κάτι ενώνει τους περισσότερους από εμάς, στη δική μας blog-o-γειτονιά (δεν ξέρω για άλλες και συνεπώς, δεν ομιλώ!) είναι η αγάπη μας...

Κατηγορια μονη της

Πρωτοβουλία από την
Blogger της Διπλανής Πόρτας
κατά της Λογοκλοπής

About Copyright

© 2016 Natasha N. ♥ Living'n'Love ♥
Template design © Natasha N.
Unless otherwise stated, the copyright of the content of this blog is owned by Natasha N.
‘Fair Use’ of any third party copyrighted material which are and remain the property of their respective owners.
Living-and-love.blogspot.gr makes no claim of copyright on such material.